Οι γονείς μπορούν να απευθυνθούν σε λογοθεραπευτή όταν αντιληφθούν ότι υπάρχουν γλωσσικές δυσκολίες, όπως αντικαταστάσεις ήχων, όταν η ομιλία του παιδιού δεν είναι καθαρή ή όταν παρατηρούνται αντικαταστάσεις φθόγγων και παραλείψεις συλλαβών.
Η λογοθεραπευτική αξιολόγηση μπορεί να πραγματοποιηθεί από πολύ μικρή ηλικία, ακόμη και από τους πρώτους μήνες ζωής, όταν υπάρχουν ανησυχίες για την επικοινωνία, τη φωνή ή τη σίτιση του παιδιού. Παρότι κάθε παιδί αναπτύσσεται με τον δικό του ρυθμό, η έγκαιρη παρατήρηση πιθανών δυσκολιών παίζει καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα ανάπτυξη του λόγου.
Συνήθως, η ανάγκη για λογοθεραπευτική αξιολόγηση γίνεται πιο εμφανής μεταξύ 2,5 και 3 ετών, όταν το παιδί θα έπρεπε να αρχίζει να χρησιμοποιεί λέξεις και απλές προτάσεις. Επίσης, σε ηλικία 4 έως 5 ετών, αν το παιδί παρουσιάζει γλωσσικές δυσκολίες στη γραμματική, στο συντακτικό ή αν το λεξιλόγιό του είναι περιορισμένο, μπορεί να παραπεμφθεί για λογοθεραπευτική εκτίμηση. Αν το παιδί δυσκολεύεται να επικοινωνήσει, η αξιολόγηση μπορεί να προσφέρει σαφείς απαντήσεις και καθοδήγηση στους γονείς.
Ο ρόλος των γονέων είναι ιδιαίτερα σημαντικός, καθώς μέσα από το παιχνίδι προσφέρουν πλούσια γλωσσικά ερεθίσματα, αλλά και καλλιεργούν δεξιότητες όπως η βλεμματική επαφή, η μίμηση και η εναλλαγή σειράς. Επιπλέον, είναι σημαντικό οι γονείς να μιλούν στο παιδί, να ονομάζουν τα διάφορα αντικείμενα στο σπίτι και να εξηγούν τη χρήση τους.
Συμπερασματικά, κάθε παιδί έχει τους δικούς του ρυθμούς ανάπτυξης. Όταν όμως η ανάπτυξη του λόγου είναι αργή και το παιδί υπολείπεται συγκριτικά με τους συνομηλίκους του, είναι απαραίτητη η αξιολόγηση και η παρέμβαση από έναν ειδικό, ώστε οι δυσκολίες να αντιμετωπιστούν σωστά και έγκαιρα.