Δίγλωσσα παιδιά και λόγος, πότε είναι φυσιολογική η καθυστέρηση και πότε όχι

Δίγλωσσα παιδιά και λόγος, πότε είναι φυσιολογική η καθυστέρηση και πότε όχι

Πολλοί γονείς δίγλωσσων παιδιών παρατηρούν ότι το παιδί τους ξεκινά να μιλάει λίγο αργότερα σε σχέση με μονόγλωσσα συνομήλικά του.

Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα πρόβλημα. Η εκμάθηση δύο γλωσσών ταυτόχρονα απαιτεί από τον εγκέφαλο να οργανώσει διπλάσιο λεξιλόγιο, διπλάσιους κανόνες γραμματικής και να μάθει πότε χρησιμοποιεί τη μία γλώσσα και πότε την άλλη. Αυτή η επιπλέον επεξεργασία μπορεί να μεταφραστεί σε μια μικρή, φυσιολογική καθυστέρηση.

Τι θεωρείται φυσιολογικό: το παιδί να αναμειγνύει λέξεις από τις δύο γλώσσες στην ίδια πρόταση, να έχει μικρότερο λεξιλόγιο σε κάθε γλώσσα ξεχωριστά (αν και το συνολικό λεξιλόγιο και στις δύο γλώσσες είναι συνήθως ανάλογο με τους μονόγλωσσους συνομηλίκους), ή να καθυστερεί λίγους μήνες στην έναρξη της ομιλίας.

Πότε χρειάζεται προσοχή: όταν το παιδί δεν σχηματίζει προτάσεις σε καμία από τις δύο γλώσσες μετά τα 2,5 με 3 του χρόνια, όταν δυσκολεύεται να κατανοήσει απλές οδηγίες και στις δύο γλώσσες, ή όταν η καθυστέρηση συνοδεύεται από περιορισμένη οπτική επαφή ή δυσκολία στην κοινωνική αλληλεπίδραση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, μια αξιολόγηση από λογοθεραπευτή βοηθά να ξεχωρίσει τη φυσιολογική διγλωσσική καθυστέρηση από μια πραγματική διαταραχή λόγου.

Στο Λογοτεχνείον, η αξιολόγηση λαμβάνει πάντα υπόψη το δίγλωσσο περιβάλλον του παιδιού, ώστε η εικόνα που σχηματίζεται να είναι ακριβής και δίκαιη για τις πραγματικές του δυνατότητες.